Τις συνθήκες και προκλήσεις για τον κλάδο εκτροφής πουλερικών στην Ε.Ε., φωτίζει νέα μελέτη

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 04/12/2019 / ΩΡΑ: 17:00 / ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΝΕΑ

Ο τομέας του κρέατος πουλερικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσον αφορά το μέγεθος των εκμεταλλεύσεων, τους τύπους εκτροφής και τις αποδόσεις, παρουσιάζει κάποια ποικιλομορφία μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Εν τούτοις, είναι γνωστό ότι αποτελεί ένα από τα πλέον εντατικά συστήματα εκτροφής στην ΕΕ, με εκμεταλλεύσεις που αριθμούν εκατοντάδες χιλιάδες πτηνά.

Αυτή την εικόνα αναδεικνύει μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Επιτροπής Αγροτικών Θεμάτων (AGRI) του Ευρωκοινοβουλίου.

Στόχος της μελέτης που παραδόθηκε στην Επιτροπή AGRI ήταν να παράσχει μια γενική εικόνα της διάρθρωσης του κλάδου, αλλά και του νομικού πλαισίου και των μέσων πολιτικής – από τις χρηματοδοτήσεις της ΚΑΠ και τα στάνταρ εμπορίου και τοποθέτησης στην αγορά, μέχρι τη νομοθεσία για την ασφάλεια τροφίμων, την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων, την προστασία του περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με την ανάλυση, τα κύρια ζητήματα που επηρεάζουν τον συγκεκριμένο κλάδο συνδέονται με τις μεγάλης κλίμακας και εντατικές μεθόδους παραγωγής που χρησιμοποιούνται ευρέως.

«Τα πουλερικά της εντατικής μεθόδου, γενικά:
– εκτρέφονται σε εσωτερικούς χώρους και σε υψηλές πυκνότητες εκτροφής
– εκτρέφονται για πολύ ταχεία ανάπτυξη, φτάνοντας σε 5-6 εβδομάδες το επιθυμητό βάρος (περίπου 2,2 κιλά) για να βγουν στην αγορά
– είναι ανενεργά, ενώ κανονικά θα έπρεπε να περνούν το 15% του χρόνου τους ενεργά»
 αναφέρει η μελέτη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις βασικές χώρες παραγωγής κρέατος πουλερικών, οι πυκνότητες εκτροφής (κιλά ανά τετραγωνικό μέτρο) κυμαίνεται από 33κιλά/τ.μ. στην Πολωνία μέχρι τα 42κιλά/τ.μ. στην Ολλανδία.

Επιπλέον, στις χώρες αυτές ο κύκλος παραγωγής διαρκεί 35-45 ημέρες σε Πολωνία και Βρετανία, 38-41 ημέρες στη Γερμανία, 35 ημέρες στη Γαλλία, 42 ημέρες στην Ολλανδία.

Τα συμπεράσματα αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι Ευρωπαίοι πολίτες δηλώνουν σε κάθε ευκαιρία ότι ενδιαφέρονται για την ευζωία των ζώων. Στην πλειοψηφία τους αναζητούν πληροφορίες για τη μέθοδο παραγωγής όταν αγοράζουν προϊόντα ζωικής προέλευσης, ενώ επίσης δηλώνουν ότι προτίθενται να πληρώσουν περισσότερα χρήματα για προϊόντα προερχόμενα από παραγωγικά συστήματα που σέβονται την ευζωία των ζώων.

Πάντως, όπως δείχνουν τα στοιχεία, στην Ευρωπαϊκή Ένωση εκτιμάται ότι το 90% των κοτόπουλων κρεοπαραγωγής εκτρέφονται σε εντατικά συστήματα, 5% σε λιγότερο εντατικά συστήματα, μέχρι 5% σε συστήματα ελευθέρας βοσκής και περίπου το 1% σε βιολογικές εκτροφές.

Καινοτόμες πρακτικές

Η μελέτη δίνει επίσης δύο παραδείγματα καινοτόμας πρακτικής, ένα από τη Γερμανία και ένα από τη Γαλλία:

– Προσπαθώντας να βρει εναλλακτικές λύσεις για να αποφευχθεί η θανάτωση αρσενικών κοτόπουλων στις εκτροφές αυγοπαραγωγής, μια γερμανική εταιρεία ανέπτυξε μέθοδο πρώιμης αναγνώρισης του φύλου από το στάδιο του αυγού. Έτσι, η θανάτωση των αρσενικών γίνεται με την καταστροφή των αυγών που περιέχουν αρσενικό έμβρυο. Σημειωτέον ότι στη Γερμανία θανατώνονται περίπου 45 εκατ. αρσενικά κοτόπουλα ετησίως, κάτι που μπορεί να αποφευχθεί με την προαναφερθείσα μέθοδο.

– Στη Γαλλία, μια εκμετάλλευση προσφέρει μια «δεύτερη ζωή» στις ωοπαραγωγές όρνιθες που από ένα σημείο και μετά γίνονται λιγότερο παραγωγικές. 16.000 όρνιθες τρέφονται, στεγάζονται και φροντίζονται σε ένα οικόπεδο έκτασης 16 εκταρίων έως το τέλος της ζωής τους. Τα αυγά τους διατίθενται στην αγορά σε μια τιμή που αντανακλά αυτό το κόστος και έτσι 2 εκατομμύρια αυγά έχουν ήδη πωληθεί σε 700 σημεία πώλησης στη Γαλλία και στο Βέλγιο.

Εκτός από τις συνέπειες της εντατικής εκτροφής στην ευζωία των ζώων, η μελέτη αναλύει επίσης τον αντίκτυπο στο περιβάλλον (π.χ. διαχείριση αποβλήτων) και στην ανθρώπινη υγεία (π.χ. μικροβιακή αντοχή), ενώ ιδιαίτερη προσοχή δίδεται στις προοπτικές του τομέα και στις πτυχές του διεθνούς εμπορίου, καθώς η Ε.Ε. είναι ένας από τους τέσσερις μεγαλύτερους παραγωγούς κρέατος κοτόπουλου στον κόσμο. «Το εμπορικό ισοζύγιο είναι θετικό όσον αφορά τις ποσότητες και η Ε.Ε. αναμένεται να αυξήσει τις εξαγωγές της καθώς η παγκόσμια ζήτηση θα παραμείνει ισχυρή, ιδίως στην Ασία, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή» καταλήγει η μελέτη.

Πηγή:meatnews.gr