Ποινικό αδίκημα η διασυνοριακή απάτη σχετικά με το ΦΠΑ – Κατατέθηκε το νομοσχέδιο

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13/05/2020 / ΩΡΑ: 10:00 / ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΝΕΑ

Νέο νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή από το Υπ.Δικαιοσύνης. Είχε προηγηθεί σχετική ηλεκτρονική διαβούλευση.

Στο εν λόγο νομοσχέδιο περιέχονται διατάξεις οι οποίες αφορούν την ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.).

Θεσπίζεται η εξομοίωση της ποινικής προστασίας της περιουσίας της Ε.Ε. προς την ποινική προστασία της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.) για τα αδικήματα της πλαστογραφίας, της ψευδούς βεβαίωσης, της διακεκριμένης κλοπής, της υπεξαίρεσης, της απάτης, της απάτης με υπολογιστή και της απιστίας εφαρμόζονται και στην περίπτωση που το αδίκημα στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της Ε.Ε. ή του νομικού προσώπου οργάνων και οργανισμών αυτής και επιβάλλονται οι κατά περίπτωση προβλεπόμενες κυρώσεις (κάθειρξη, φυλάκιση, χρηματική ποινή).

Το ίδιο ισχύει και για τη δωροληψία και δωροδοκία υπαλλήλου σχετιζόμενη με τα οικονομικά συμφέροντα της Ε.Ε.

Για την εκτέλεση οργανωμένου σχεδίου, το οποίο περιλαμβάνει πράξεις (ψευδείς, ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις Φ.Π.Α., δόλια συγκάλυψη της μη απόδοσης Φ.Π.Α., παράνομη θεμελίωση δικαιώματος επιστροφής Φ.Π.Α. κ.λπ.), τελούμενες στην επικράτεια δύο τουλάχιστον κρατών-μελών της Ε.Ε. και επιφέρει απώλεια πόρων Φ.Π.Α. συνολικά άνω των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) ευρώ, επιβάλλεται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ημερησίων μονάδων.

Εισάγονται επικουρικές διατάξεις για την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. και συγκεκριμένα, θεσπίζονται ποινές φυλάκισης, εκτός εάν προβλέπονται βαρύτερες ποινές από τις οικείες διατάξεις του Π.Κ., για πράξεις ή παραλείψεις που αναφέρονται:
ι) στην παράνομη λήψη ή παρακράτηση επιχορηγήσεων, αντιπαροχών κ.λπ. από τον προϋπολογισμό της Ε.Ε. ή τους προϋπολογισμούς των κάθε είδους οργάνων και οργανισμών της,
ιι) στην παράνομη χρήση κατά παράβαση των προβλεπόμενων περιορισμών νομίμως ληφθεισών παροχών, αντιπαροχών και εν γένει οικονομικών πλεονεκτημάτων,
ιιι) στην, κατά παράβαση των κανόνων της εμπιστευμένης και επιμελούς διαχείρισης, ιδιοποίηση περιουσιακών στοιχείων του προϋπολογισμού της Ε.Ε. ή των οργάνων και οργανισμών της.

δ. Παρατίθεται ο κατάλογος των αδικημάτων (του Π.Κ., του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και των αυτοτελώς θεσπιζόμενων με τις προτεινόμενες διατάξεις), τα οποία όταν στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. ή των οργάνων και οργανισμών της, συνιστούν βασικά αδικήματα κατά το ν.4557/2018 (πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας).

ε. Προβλέπεται η κατά περίπτωση αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη συγκεκριμένων αδικημάτων και καθορίζεται η δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων.

στ. Ανατίθεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης η υποχρέωση υποβολής στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στατιστικών αναφορών για τα αδικήματα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. και των οργάνων και οργανισμών της.
Αιτιολογική έκθεση

Β. Ειδικό Μέρος

Επί του άρθρου 21

Στο άρθρο 21, περιγράφονται το αντικείμενο και το εύρος της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι ορισμοί των εννοιών: α) «οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης» και β) «νομικό πρόσωπο».

Επί του άρθρου 22

Με το άρθρο 22 διευρύνεται το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρων 235 και 236 Π.Κ., έτσι ώστε αυτά να εφαρμόζονται, όταν οι εκεί αναφερόμενες υπηρεσιακές ενέργειες ή παραλείψεις ζημιώνουν ή μπορούν να ζημιώσουν τα ενωσιακά οικονομικά συμφέροντα, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου (α) η πράξη της δωροληψίας τελείται από οποιοδήποτε υπάλληλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 235 Π.Κ., ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο έχει την έδρα του το οικείο όργανο ή ο οικείος οργανισμός της, ή από οποιοδήποτε πρόσωπο που ασκεί δημόσιο λειτούργημα ή υπηρεσία για άλλο κράτος, ή, αντίστοιχα, (β) η πράξη δωροδοκίας τελείται προς οποιοδήποτε υπάλληλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 236 Π.Κ., ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο έχει την έδρα του το οικείο όργανο ή ο οικείος οργανισμός της. Οι παραπάνω περιπτώσεις, η κάλυψη των οποίων συστήνεται -χωρίς όμως και να επιβάλλεται ως υποχρεωτική, από το άρθρο 4 παρ. 2 και 4 καθώς και το άρθρο 11 παρ. 2 πρώτο εδάφιο της Οδηγίας, κρίθηκε σκόπιμη ενόψει και του ανωτέρου στόχου της εξομοίωσης. Ως προς τα άρθρα 159, 159Α και 237 Π.Κ. δεν υφίστατο αντίστοιχη ανάγκη επεμβάσεων, λόγω του ήδη ευρέως πεδίου εφαρμογής τους, καθώς σε αυτά δεν γίνεται διάκριση σε σχέση με το κράτος στο οποίο έχει την έδρα του το εκάστοτε όργανο ή ο οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου υπηρετεί ο λήπτης του ωφελήματος.

Επί του άρθρου 23

Η διάταξη του άρθρου 23 αποβλέπει στην ποινική προστασία των εσόδων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχουν ως σημείο αναφοράς τις εισπράξεις ΦΠΑ των κρατών-μελών.
Η θέσπισή της υπαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχείο δ’ της Οδηγίας. Οι τροποποιούμενες πράξεις καταλαμβάνονται, καταρχήν, σε ό,τι αφορά στους περιγραφόμενους τρόπους προσβολής, από τις ευρύτερης διατύπωσης διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 1 στοιχείο β’, 3 και 4 ΚΦΔ ή, κατά περίπτωση, από τις διατάξεις του Ε.Τ.Κ. (π.χ. εφόσον πρόκειται για ΦΠΑ επί εισαγόμενων εμπορευμάτων).

Ωστόσο, κρίθηκε σκόπιμη η κατάστρωση μιας ειδικής διάταξης, η οποία μάλιστα θα απωθεί, επί συρροής, ως ειδικότερη διάταξη που θα προβλέπει και βαρύτερη ποινή, τις διατάξεις του ΚΦΔ και του Ε.Τ.Κ., για τους εξής λόγους:

(α) προκειμένου να ενταχθούν στο πεδίο προστασίας της και τα έσοδα ΦΠΑ άλλων κρατών-μελών, τα οποία δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του ΚΦΔ και του ΕΤΚ,
(β) προκειμένου να αποδεσμευθεί η ποινική δίωξη του συγκεκριμένου βαρύτατου αδικήματος από τις θετικές δικονομικές προϋποθέσεις της προηγούμενης σύνταξης πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και της προηγούμενης υποβολής μηνυτήριας αναφορά από την ΑΑΔΕ ή την Οικονομική Αστυνομία (άρθρα 55Α παρ. 1 και 68 παρ. 1 ΚΦΔ), οι οποίες δεν προβλέπονται από την Οδηγία, αλλά και δεν θα ήταν σκόπιμο ή λογικά δυνατό να απαιτούνται για αδικήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή αφορούν ΦΠΑ εισπραττόμενο από άλλα κράτη-μέλη, και (γ) προκειμένου να περιγραφούν με σαφή τρόπο οι ειδικές αυστηρές προϋποθέσεις, οι οποίες προκύπτουν από τη συνδυαστική ανάγνωση των άρθρων 2 παρ. 2 και 4 παρ. 3 στοιχείο δ’ καθώς και της σκέψης 4 της Οδηγίας, και πρέπει να συντρέχουν ώστε να θεμελιώνεται η ελληνική ποινική δικαιοδοσία, αλλά και η λειτουργικά συνδεόμενη με την ανωτέρω τυποποίηση αρμοδιότητατης Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για πράξεις που αφορούν έσοδα ΦΠΑ περισσοτέρων κρατών-μελών (τέλεση του εγκλήματος στο πλαίσιο υλοποίησης ενός οργανωμένου σχεδίου που περιλαμβάνει πράξεις τελούμενες στην επικράτεια δύο τουλάχιστον κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιφέρει απώλεια πόρων ΦΠΑ που υπερβαίνει συνολικά τα δέκα εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται στο ποσό αυτό τυχόν τόκοι, πρόστιμα ή εν γένει προσαυξήσεις και κυρώσεις).
Για την ερμηνεία των συγκεκριμένων όρων, ιδίως αυτού «του οργανωμένου σχεδίου», χρήσιμα παραμένουν, κατά τα λοιπά, τα  εγκληματολογικής υφής παραδείγματα που αναφέρονται στη σκέψη 4 της Οδηγίας («αλυσιδωτή απάτη», «απάτη περί τον ΦΠΑ μέσω αφανών εμπόρων», «απάτη περί τον ΦΠΑ στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης»), τα οποία, βέβαια, δεν εξαντλούν το πεδίο εφαρμογής της διάταξης, συνεισφέρουν όμως, μέσω από την παραπομπή σε συγκεκριμένους, γνωστικά προσεγγίσιμους εγκληματολογικούς τύπους, στην οριοθέτησή της.

Συνέχεια του άρθρου εδώ